Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

Μια ιστορία: "η τύχη σου κοιμάται.."



Το πόσο ηλίθιος ή ευφυής είναι κάποιος, έχει να κάνει με το κατά πόσο έχει ανοιχτά ή σφραγισμένα τα αυτιά και τα μάτια του, τις θύρες της αντίληψής του. Κατά πόσο άγεται και φέρεται από αόριστες κι επιπόλαιες ιδέες κι αυτοματισμούς κι απ'το βαθμό αδυναμίας ή όχι "σωστής ανάγνωσης" των μηνυμάτων. Με τα οποία η ζωή μάς "μιλάει" σε κάθε στιγμή της πορείας μας και μεταφέρουν σημασίες κι αλήθειες ικανές να μας κατευθύνουν σε μονοπάτια και διαδρομές προσωπικής εξέλιξης κι ολοκλήρωσης. Άρα ο ευφυής άνθρωπος παρατηρεί προσεχτικά τα ερεθίσματα στο διάβα του, αναγνωρίζει και κατανοεί το ΦΑΝΕΡΟ, πασχίζει να εντρυφήσει στο ουσιαστικό. Επιχειρώντας να ερμηνεύσει κι όλα αυτά που δεν είναι ευδιάκριτα με την πρώτη βιαστική ματιά. Ή ευκόλως αναγνώσιμα.
 Κάθε επιλογή, κάθε δράση, ελκύει και την ανάλογη ποιότητα αντίδρασης. Που ακόμη κι αν με την πρώτη ματιά και τον πρώτο καιρό, μπορεί να μοιάζει αρνητικά φορτισμένη, ωστόσο μπορεί και να κυοφορεί τους καρπούς της απελευθέρωσης, της λύτρωσης, ενός θετικού και ποθητού τελικά αποτελέσματος.
 Κι αυτό ισχύει είτε για τη μεμονωμένη πορεία του ατόμου είτε για τη συλλογική πορεία ολόκληρων κοινωνιών.

Την ιστορία που ακολουθεί ανακάλυψα σε μια από τις αγαπημένες μου εξερευνήσεις στα σκονισμένα ράφια των παλαιοβιβλιοπωλείων μιας πόλης γεμάτης συναρπαστικά μυστικά και αφηγήσεις για όποιον αρέσκεται στο να ακούει και να μαθαίνει. Ξεφυλλίζοντας τις κιτρινισμένες σελίδες ενός παλιού τεύχους του περιοδικού "ΑΒΑΤΟΝ".

" Κάποτε ζούσε ένας άνθρωπος που ήθελε πάρα πολύ να μάθει το πεπρωμένο του, ποια τύχη τον περιμένει στη ζωή του. Μια μέρα έμαθε ότι σε κάποιο πολύ μακρινό μέρος ζούσε ένας ερημίτης πολύ σοφός, που θα μπορούσε να του προσφέρει απάντηση στο ερώτημα που τον απασχολούσε. Έτσι ο άνθρωπος ξεκίνησε να πάει να τον βρει. Στο δρόμο του συνάντησε διαδοχικά έναν πεινασμένο λύκο, μια πολύ όμορφη αλλά απελπισμένη ανύπαντρη νέα κοπέλα κι ένα δέντρο που είχε σχεδόν ξεραθεί αν και βρισκόταν στην όχθη ενός ποταμού. Και στους τρεις ο άνθρωπος υποσχέθηκε ότι όταν θα βρει το σοφό εκείνο ερημίτη, δεν θα ξεχνούσε να ρωτήσει τη συμβουλή του και για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε ο καθένας. Μετά από πολλές ημέρες ψαξίματος, κάποια στιγμή ο άνθρωπος κατάφερε να βρει το σοφό γέροντα κι όταν τον ρώτησε για τον εαυτό του, έλαβε την απάντηση: "Η τύχη σου κοιμάται. Δεν έχεις παρά να γυρίσεις στο σπίτι σου και να την ξυπνήσεις!" Ακόμα, ο σοφός ερημίτης του έδωσε απαντήσεις και για τα ερωτήματα και των άλλων τριών. Καθώς λοιπόν ο άνθρωπος πήρε το δρόμο της επιστροφής, συνάντησε πρώτα το δέντρο. "Τι σου είπε για μένα;" ρώτησε με αγωνία το δέντρο που ξεραινόταν όλο και περισσότερο. "Το πρόβλημα βρίσκεται στις ρίζες σου, όπου εκεί υπάρχει ένα μεγάλο σακί με χρυσό, που τις εμποδίζει να φτάσουν βαθιά κάτω και γι'αυτό ξεραίνεσαι", απάντησε ο άνθρωπος. Κι όταν το δέντρο τον παρακάλεσε να σκάψει και να βγάλει από τις ρίζες του το σακί, εκείνος πρόθυμα το έκανε. Κι επειδή για το δέντρο το χρυσάφι δεν είχε καμιά αξία, είπε στον άνθρωπο να το πάρει αυτός. Εκείνος όμως απάντησε πως βιαζόταν να γυρίσει σπίτι του για να ξυπνήσει την τύχη του κι έτσι άφησε πίσω του το σακί με το χρυσάφι.
 Μετά από λίγο καιρό, συνάντησε την κοπέλα. Της είπε ότι ήταν μόνη επειδή μέχρι τώρα δεν είχε απλώς βρει έναν άντρα με ευγενική ψυχή, σαν τη δικιά της, για σύντροφό της στη ζωή. Εκείνη τότε του ζήτησε να την παντρευτεί αφού δεν την είχε ξεχάσει, αλλά αυτός απάντησε ότι δεν του περίσσευε ο χρόνος, γιατί έπρεπε να γυρίσει στο σπίτι του για να ξυπνήσει την τύχη του.
 Μετά από λίγες μέρες, ο άνθρωπος συνάντησε και πάλι τον λύκο, που υπέφερε πολύ από την πείνα και του διηγήθηκε τι είχε συμβεί με το δέντρο και τη νεαρή γυναίκα. Ο λύκος, που πεινούσε όσο ποτέ, τον ρώτησε όλο αγωνία: " Και τι σου είπε ο σοφός γέροντας για την τύχη τη δική μου;" Και ο άνθρωπος απάντησε: "Ο σοφός ερημίτης είπε να βρεις έναν ανόητο άνθρωπο και να τον φας και δεν θα ξαναπεινάσεις ποτέ".
 Κι έτσι ο λύκος έφαγε τον άνθρωπο.."

Ο Ένοικος...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου